ἑξάχοος

ἑξά-χοος, οον, [var] contr. [suff] ἑξά-χους, ουν,
A holding six χόες, Arist.Ath.67.2, Plu.Sol. 23.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξάχοος — ἑξάχοος, ον (Α) βλ. εξάχους …   Dictionary of Greek

  • εξάχους — ἑξάχους, ουν και ἑξάχοος, ον (Α) αυτός που περιλαμβάνει έξι χόες* («λαμβάνειν παρὰ τοῡ γείτονος ἑξάχουν ὑδρίαν», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < εξα < ἕξ (πρβλ. εξάγραμμα) + χους «παλιό αττικό μέτρο ρευστών»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.